Στιχ. 21-39. Θεραπεία του δαιμονιζομένου εις την Καπερναούμ, της πενθεράς του Πέτρου και των άλλων.
21 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε.
22 καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.
23 Καὶ ἦν ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ, καὶ ἀνέκραξε
24 λέγων· ἔα, τί ἡμῖν καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς; οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ.
25 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· φιμώθητι καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ.
26 καὶ σπαράξαν αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ.
27 καὶ ἐθαμβήθησαν πάντες, ὥστε συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντας· τί ἐστι τοῦτο; τίς ἡ διδαχὴ ἡ καινὴ αὕτη, ὅτι κατ᾿ ἐξουσίαν καὶ τοῖς πνεύμασι τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ;
28 καὶ ἐξῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εὐθὺς εἰς ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Γαλιλαίας.
29 Καὶ εὐθέως ἐκ τῆς συναγωγῆς ἐξελθόντες ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν Σίμωνος καὶ ᾿Ανδρέου μετὰ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου.
30 ἡ δὲ πενθερὰ Σίμωνος κατέκειτο πυρέσσουσα. καὶ εὐθέως λέγουσιν αὐτῷ περὶ αὐτῆς.
31 καὶ προσελθὼν ἤγειρεν αὐτὴν κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς εὐθέως, καὶ διηκόνει αὐτοῖς.
32 ᾿Οψίας δὲ γενομένης, ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος, ἔφερον πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας καὶ τοὺς δαιμονιζομένους.
33 καὶ ἦν ἡ πόλις ὅλη ἐπισυνηγμένη πρὸς τὴν θύραν.
34 καὶ ἐθεράπευσε πολλοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλε, καὶ οὐκ ἤφιε λαλεῖν τὰ δαιμόνια, ὅτι ᾔδεισαν αὐτὸν Χριστὸν εἶναι.
35 Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθε καὶ ἀπῆλθεν εἰς ἔρημον τόπον, κἀκεῖ προσηύχετο.
36 καὶ κατεδίωξαν αὐτὸν ὁ Σίμων καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ,
37 καὶ εὑρόντες αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι πάντες σε ζητοῦσι.
38 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις, ἵνα καὶ ἐκεῖ κηρύξω· εἰς τοῦτο γὰρ ἐξελήλυθα.
39 καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ δαιμόνια ἐκβάλλων.
Μετάφραση
21 Και εμβαίνουν εις την Καπερναούμ. Και αμέσως κατά το πρώτον μετά την άφιξιν του Σάββατον εμβήκεν εις την συναγωγήν και εδίδασκε.
22 Και εθαύμαζον πολύ δια την διδασκαλίαν του, διότι δεν εζήτει να στηρίξη εκείνα που έλεγεν εις τας μαρτυρίας ανεγνωρισμένων ραββίνων, όπως έκαναν οι γραμματείς, αλλ’ εδίδασκεν ως διδάσκαλος, που ελάμβανε γνώσιν της αληθείας κατ’ ευθείαν από την θεότητά του και ήτο αυτός έγκυρος και αυθεντική πηγή της αληθείας.
23 Και ήτο εις την συναγωγήν τους ένας άνθρωπος ,που εξουσιάζετο από την δύναμιν πνεύματος ακαθάρτου και πονηρού. Και εφώναξεν ο άνθρωπος αυτός
24 και είπεν∙ Άφησέ με∙ τι κοινόν υπάρχει μεταξύ ημών και σου, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήλθες να μας διώξης από αυτήν την ευχάριστον κατοικίαν μας και να μας αποπέμψης εις την άβυσσον και με τον τρόπον αυτόν να μας καταστρέψης; Σε γνωρίζω ποιος είσαι. Είσαι ο Μεσσίας , ο κατ’ εξοχήν άγιος, τον οποίον καθηγίασε και καθιέρωσεν εις το έργον αυτού ο Θεός.
25 Και τον επέπληξεν ο Ιησούς και είπε∙ Κλείσε το στόμα σου και έβγα από αυτόν.
26 Και αφού το πνεύμα το ακάθαρτον με σπασμούς και τιναγμούς τον έρριψε κάτω και έκραξε με μεγάλην φωνήν, εβγήκεν από αυτόν.
27 Και κατελήφθησαν όλοι από μεγάλην έκπληξιν ,ώστε να συζητούν μεταξύ τους και να λέγουν∙ Τί μεγάλο θαύμα είναι αυτό; Και τι είναι η νέα αυτή διδαχή; Πραγματικώς θαυμαστά και πρωτοφανή είναι ταύτα. Διότι με εξουσίαν και δύναμιν όχι μόνον διδάσκει, αλλά και εις τα πνεύματα τα πονηρά και ακάθαρτα διατάσσει και τον υπακούουν.
28 Γρήγορα δε διεδόθη η φήμη του ως μεγάλου διδασκάλου και πρωτοφανούς θαυματουργού εις όλα τα περίχωρα της Γαλιλαίας.
29 Και αμέσως αφού εβγήκαν από την συναγωγήν ,ήλθαν μαζί με τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην εις το σπίτι του Σίμωνος και του Ανδρέα.
30 Η πενθερά δε του Πέτρου ήτο κατάκοιτος από πυρετόν . Και αμέσως του είπαν δι’ αυτήν, ότι είναι ασθενής.
31 Και αφού επλησίασεν εις το κρεββάτι της, ,την έπιασεν από το χέρι και την εσήκωσε. Και αμέσως την αφήκεν ο πυρετός και επειδή δεν ησθάνετο ουδέ την παραμικράν εξάντλησιν, τους υπηρέτει.
32 Και όταν έγινεν εσπέρα και έδυσεν ο ήλιος ,του έφεραν όλους τους ασθενείς της περιφερείας εκείνης και τους κατεχομένους από δαιμόνια.
33 Και όλοι οι κάτοικοι της πόλεως είχαν μαζευθή πλησίον της θύρας της οικίας του Πέτρου.
34 Και εθεράπευσε πολλούς ,που έπασχον από διάφορα είδη ασθενείας, και πολλά δαιμόνια έβγαλεν από εκείνους, που υπέφεραν από αυτά. Και δεν άφινεν ο Ιησούς τα δαιμόνια να ομιλούν , διότι τον εγνώριζαν ,ότι είναι ο Χριστός και εμαρτύρουν περί τούτου, είτε δια να φαίνωνται σύμμαχοι και συνεργάται του, και ύπουλα να ελκύσουν την εμπιστοσύνην του κόσμου, είτε και δια να προκαλέσουν παράκαιρον συναγερμόν του λαού υπέρ του Ιησού, που θα εδημιούργει πειρασμούς και εμπόδια εις το έργον του.
35 Και το πρωί πολύ πριν ξημερώση, όταν ακόμη ήτο κατασκότεινα, αφού εσηκώθη, εβγήκε και επήγεν εις τόπον έρημον και εκεί προσήυχετο.
36 Και έτρεξαν κατόπιν του ζητούντες να τον εύρουν ο Σίμων και οι σύντροφοί του.
37 Και αφού τον ηύραν, λέγουν εις αυτόν, ότι όλοι σε ζητούν. Έλα να συνεχίσης την επιτυχίαν σου και μη ψυχραίνης τον ενθουσιασμόν του πλήθους.
38 Και εκείνος τους είπεν∙ Ας υπάγωμεν εις τα γειτονικά μεγαλοχώρια ,δια να κηρύξω και εκεί, διότι δι’ αυτό εβγήκα από την πόλιν και ήλθον εδώ, δια να συνεχίσω προς τα χωριά αυτά την περιοδείαν μου.
39 Και εξηκολούθει να κηρύττη εις τας συναγωγάς των εις όλην την Γαλιλαίαν και να βγάζη τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους που του έφερναν.